Μόργκαν, Χένρι

(Sir Henry Morgan, Ουαλία, περ. 1635 – Τζαμάικα 1688). Άγγλος πειρατής. Αφού διετέλεσε (ίσως) για ένα διάστημα δούλος στις Δυτικές Ινδίες, το 1666 έγινε πρωτοπαλίκαρο ενός περίφημου πειρατή. Δύο χρόνια αργότερα πολεμούσε εναντίον των Ισπανών, μετά από συνεννόηση με τον Άγγλο διοικητή της Τζαμάικα: λεηλάτησε άπειρες φορές τις ισπανικές πόλεις στις ακτές του Κόλπου και έπιασε πολλές ισπανικές γαλέρες που μετέφεραν χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες από τις αποικίες του Νέου Κόσμου. Το 1670, όταν υπογράφηκε ειρήνη μεταξύ Λονδίνου και Μαδρίτης, ο Μ. συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Αγγλία· εκεί όμως παρουσίασε στον βασιλιά τους «πατριωτικούς» τίτλους του και ο Άγγλος μονάρχης του έδωσε το 1674 τον τίτλο του «σερ» και τον έστειλε στη Τζαμάικα ως υποδιοικητή, με την εντολή να εξαφανίσει την πειρατεία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μόργκαν, Λιούις Χένρι — (Lewis Henry Morgan, Ορόρα, Ιλινόις 1818 – Ρότσεστερ 1881). Αμερικανός εθνολόγος. Αφού σπούδασε στο Union College του Σκενέκταντι, εγκαταστάθηκε στο Ρότσεστερ, όπου άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Τα κοινωνιολογικά του ενδιαφέροντα γεννήθηκαν… …   Dictionary of Greek

  • ανθρωπολογία — Επιστήμη που εξετάζει τον άνθρωπο στο σύνολο των σωματικών χαρακτηριστικών του και των εκδηλώσεων της διανοητικότητάς του· όπως την όρισε o Μπιφόν, είναι η φυσική ιστορία του ανθρώπινου γένους. Η α. μελετά τον άνθρωπο –στο παρελθόν και στο παρόν …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • μητριαρχία — Όρος που χαρακτηρίζει γενικά έναν τύπο κοινωνικής οργάνωσης στον οποίο η γυναίκα κατέχει σημαντικότερη θέση από τον άντρα. Ο πρώτος που διατύπωσε ειδική θεωρία της μ. ως πρώτης μορφής οικογενειακής και κοινωνικής οργάνωσης ήταν ο Ελβετός νομικός… …   Dictionary of Greek

  • κριτική — Η νοητική ενέργεια του χαρακτηρισμού και της εκλογής και, γενικά, της κρίσης. Κοινή σε όλους τους ανθρώπους ως πρωταρχική ιδιότητα της νόησης, η κ. ασκείται σε κάθε αντικείμενο της γνώσης και, μεταξύ άλλων, στην τεχνική και στα προϊόντα των… …   Dictionary of Greek

  • Μπαχόφεν, Γιόχαν Γιάκομπ — (Jochann Jakob Bachofen, Βασιλεία 1815 –1887). Ελβετός κοινωνιολόγος και ιστορικός. Καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στη Βασιλεία, αφοσιώθηκε, καταπολεμώντας τη μεθοδική φιλολογία του Μόμσεν, στη μελέτη των πρωτόγονων κοινωνιών, της μυθολογίας και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.